Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Πέτη Πέρκα, πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς, σχετικά με την πρόταση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Συγκεκριμένα, η Πέτη Πέρκα ξεκίνησε την ομιλία της επισημαίνοντας τις αιχμές του Αντώνη Σαμαρά για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών λέγοντας: «Τι να σας πω τώρα εγώ; Σας τα είπε όλα ο πρώην πρωθυπουργός σας», αλλά και κατηγορώντας τον Μάκη Βορίδη για στρεψοδικία: «Σας απολαύσαμε για άλλη μια φορά» είπε με ειρωνικό ύφος προς τον κ. Βορίδη.
Ακόμη, τόνισε πως «είναι τρομακτική η αίσθηση ατιμωρησίας που διακατέχει την κυβέρνηση. Εκτός εάν είστε τόσο στριμωγμένοι που το ρεζιλίκι και ο ευτελισμός είναι προτιμότερα από την αποκάλυψη». Επεσήμανε προς τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ότι με την στάση τους παρακάμπτουν «και την όποια εγγύηση μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας έχει απομείνει. Μάλιστα, εξήγησε ότι «το ισχυρότερο πολιτικό και θεσμικό επιχείρημα, το οποίο προσπερνά η ΝΔ είναι ότι το 2022 η ίδια ακριβώς υπόθεση (επισυνδέσεις της ΕΥΠ και το λογισμικό Predator) εξετάστηκε από Εξεταστική Επιτροπή που συγκροτήθηκε με το όριο των 120 ψήφων». Υπογράμμισε την μεταβολή των κανόνων για το ίδιο αντικείμενο, αιτιολογώντας με αυτό τον τρόπο την κατηγορία της προς την ΝΔ για «νομική αντίφαση και προσπάθεια αλλαγής των «κανόνων του παιχνιδιού» εκ των υστέρων.
Η κ. Πέρκα παρατήρησε ότι η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» είναι προσφιλής έκφραση της ΝΔ «ως μετεμφυλιακό εφεύρημα που πάνω του στήσατε το αυταρχικό κράτος σας. Ο όρος «εθνική ασφάλεια» (κυρίως την προστασία από τον κομμουνιστικό κίνδυνο) χρησιμοποιήθηκε ως νομική και πολιτική βάση για να διώξει τους ηττημένους της Αριστεράς. Αυτό περιλάμβανε φυλακίσεις, εκτελέσεις, εξορίες και πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων». Και πρόσθεσε ότι «η φράση «εθνική ασφάλεια» δεν αποτελεί αντικειμενική περιγραφή, είναι ένα αιχμηρό πολιτικό σχήμα λόγου, με ιδιαίτερη πλαστικότητα και επομένως για κάθε χρήση».
Συνδέοντας τα όσα ανέφερε με την σημερινή κατάσταση και την εξεταστική των υποκλοπών, η πρόεδρος της Κ.Ο. δήλωσε ότι « μπορούμε να πούμε ότι η επίκληση του «απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας» κρύβει παράνομες ή σκοτεινές δραστηριότητες (όπως η παρακολούθηση πολιτικών και δημοσιογράφων) πίσω από μια αόριστη απειλή, όπως ακριβώς συνέβαινε στο αυταρχικό μετεμφυλιακό παρελθόν». Εστίασε φυσικά και στο δικαίωμα της μειοψηφίας να συνιστά Εξεταστικής Επιτροπή με 120 ψήφους – κάτι που θεσπίστηκε το 2019 – «για να μπορεί η αντιπολίτευση να ελέγχει την εκάστοτε κυβέρνηση για τυχόν αυθαιρεσίες της κρατικής εξουσίας». Αξιοσημείωτο είναι ότι, όπως εξήγησε η Πέτη Πέρκα, «αν αποδεχθούμε πως κάθε υπόθεση που αφορά την ΕΥΠ ή την κρατική ασφάλεια απαιτεί 151 ψήφους, τότε ακυρώνεται στην πράξη το πνεύμα του Συντάγματος, καθώς η πλειοψηφία θα μπορεί να μπλοκάρει κάθε έλεγχο για ευαίσθητα κυβερνητικά ζητήματα, καλή ώρα!».
Στην συνέχεια μίλησε για το άρθρο 68 (παρ. 2) του Συντάγματος, για το οποίο η Πέτη Πέρκα τόνισε ότι «εισάγει ρητά και περιοριστικά την εξαίρεση της αυξημένης πλειοψηφίας (151 ψήφοι) μόνο για δύο συγκεκριμένους τομείς: την εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα. Η «εθνική ασφάλεια» είναι νομικά διακριτός όρος και δεν ταυτίζεται αυτόματα με την άμυνα της χώρας ή την εξωτερική της πολιτική. Εφόσον το Σύνταγμα δεν συμπεριέλαβε τη λέξη «ασφάλεια» στην εξαίρεση, η επέκταση του ορίου των 151 ψήφων σε θέματα εσωτερικής ασφάλειας ή λειτουργίας των μυστικών υπηρεσιών αποτελεί καταχρηστική και αυθαίρετη ερμηνεία. Εκτός εάν παραδέχεστε την περίπτωση της κατασκοπείας. Επομένως διαφωνείτε με την άρνηση του κ. Τζαβέλα να ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο και να προχωρήσει η διερεύνηση της υπόθεσης και σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να ξεκινήσει μια κρατική διερεύνηση της υπόθεσης».
Παράλληλα, υπογράμμισε τις δηλώσεις του κ. Κεσσέ ο οποίος ανέφερε ότι «το μέγεθος των στοιχείων είναι τόσο συνταρακτικό, που αν τα εκθέσουμε στον κόσμο, θα εκτεθούν αυτοί οι οποίοι εξακολουθούν να λένε ότι εδώ δεν βλέπουμε κατασκοπία, δεν βλέπουμε κακουργήματα, δεν βλέπουμε λόγο να ερευνήσουμε. Υπάρχουν τα στοιχεία της δικογραφίας τα οποία αν οποιοδήποτε τα διαβάσει θα καταλάβει τι ακριβώς γίνεται. Ο κ. Τζαβέλας δεν τα διάβασε. Αν τα είχε διαβάσει θα είχε έτοιμη μια εισαγγελική πράξη τεκμηριωμένη».
Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στον κ. Δημητριάδη, ο οποίος «θυσιάστηκε για την παράταξη, για την κυβέρνηση και για την πατρίδα, ο οποίος όταν κατέθεσε στη δίκη δεν ανέλαβε καμία ευθύνη. Ίσα ίσα μεταβίβασε την ευθύνη ευθέως στον πρωθυπουργό, στον οποίο μεταβίβαζε την καθημερινή ενημέρωση που είχε. Κατά τα άλλα πήρε το βάρος, την ευθύνη. Και ρωτάμε φυσικά ποιο βάρος πήρε και από ποιον το πήρε».
Επιπλέον, η Πέτη Πέρκα εξήρε τον ρόλο της ερευνητικής δημοσιογραφίας για την αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών, κάνοντας ειδική μνεία σε όσα αναφέρονται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της κ. Τριανταφύλλου «που με το ρεπορτάζ της και των συναδέλφων της αντιστέκεται σε όσα ένα κράτος θέλει να γίνονται στο σκοτάδι και σε μια δημοσιογραφία που επιτρέπει στο σκοτάδι να μένει σκοτεινό». Στο βιβλίο, λοιπόν, αναφέρεται: «Ένας κρεοπώλης σε σουπερμάρκετ και ένας εργαζόμενος σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας με χαρτζιλίκι από την ΕΥΠ, επιχειρηματίες από την Ελλάδα, το Ισραήλ και τη Βόρεια Μακεδονία, υψηλόβαθμα στελέχη μυστικών υπηρεσιών, παραστρατιωτικές οργανώσεις από το Σουδάν, στελέχη της ΕΥΠ που εκπαιδεύονται στις νέες τεχνολογίες, έμποροι όπλων που λειτουργούν ως μεσάζοντες για την πώληση κακόβουλων λογισμικών και μικροβιολόγοι που κάνουν ελέγχους για την covid-19. Όλοι αυτοί δεν πρωταγωνιστούν στο αστυνομικό μυθιστόρημα που όλοι θα θέλαμε να διαβάσουμε».
Η πρόεδρος της Κ.Ο. χαρακτήρισε το σκάνδαλο των υποκλοπών ως «το μεγαλύτερο σκάνδαλο της περιόδου της Μεταπολίτευσης, στο οποίο υπάρχει πια με τη βούλα της δικαιοσύνης μια ρωγμή». Αναφερόμενη σε όσα συνέβησαν στην ακροαματική διαδικασία της δίκης, η Πέτη Πέρκα σημείωσε ότι «δεν αφήνουν περιθώριο για οριστική συγκάλυψη. Δεν αρκεί η άθλια απόφαση Τζαβέλλα για να θαφτεί η υπόθεση. Δεν θα θαφτεί ακόμα και αν επιστρατευτούν όλοι οι Ντογιάκοι, οι Ζήσηδες, οι Αδειλίνιδες».
Δεν αρκεί ούτε η εθελόδουλη στάση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με τα κολπάκια και τις αυθαιρεσίες.
Δεν αρκεί ούτε ο ευτελισμός κάθε έννοιας πλουραλισμού από τα πρόθυμα παπαγαλάκια.
Δεν αρκεί όσο και να μεγαλώνει ο αυτό εξευτελισμός στρατιωτικών, υπουργών, βουλευτών, αξιωματούχων της ΝΔ παρακολουθούμενων μεν σιωπούντων δε».
Χαρακτηριστικά, δήλωσε ότι «είμαστε στο 2026 και ακόμα δεν ξέρουμε:
- για ποιο λόγο το 2020 η ΕΥΠ έκρινε ότι υπάρχει λόγος να ακούει για 8 – 7 μήνες τον κύριο Χατζηδάκη, για 6 μήνες τον κύριο Μυλωνάκη, για 8 μήνες τη σύζυγο του κύριου Μυλωνάκη, για 2 χρόνια τον οικονομικό εισαγγελέα τον κύριο Μπαρδάκη, Για δύο μήνες το δημοσιογράφο Κουκάκη και μάλιστα να διακόψει την παρακολούθηση του , μόλις ο κύριος Κουκάκης πήγε στην ΑΔΑΕ και έκανε αίτηση να μάθει αν παρακολουθείτε ή όχι.
- Ποιοι ήταν οι λόγοι εθνικής ασφάλειας που οδήγησαν τον κύριο Τζαβέλα και την ΕΥΠ ότι πρέπει για δύο χρόνια να παρακολουθούν τους ιδρυτές της εταιρείας που παρείχε επικοινωνιακές υπηρεσίες στο Μέγαρο Μαξίμου, τον κύριο Ολύμπιο και τον κύριο Βαρβιτσιώτη».
Έπειτα, έθεσε ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα:
- Είναι δυνατόν να κινήθηκαν αυτοβούλως οι τέσσερις επιχειρηματίες, για τη «μη μαρτυρία» των οποίων ενώπιον των αρμόδιων Επιτροπών της Βουλής δόθηκε μια απροκάλυπτα ντροπιαστική μάχη από τους εκπροσώπους της ΝΔ;
- Για ποιον σκοπό έγιναν οι παρακολουθήσεις, ποιο ήταν το κίνητρο γι’ αυτήν την πραξικοπηματική δραστηριότητα, από πού αντλούσαν το αίσθημα της ατιμωρησίας;
- Ποιοι ήταν συμμέτοχοι και ποιοι γνώστες του υλικού που προέκυψε;
- Ποιοι είναι ακόμη και σήμερα κάτοχοι και δυνάμενοι να χρησιμοποιήσουν αυτά τα στοιχεία από τις πολύμηνες, συνδυασμένες με Predator, παράνομες και «νομότυπες» παρακολουθήσεις της ΕΥΠ;
- Πόσο υψηλό κίνητρο και ποιον «εθνικό στόχο» υπηρέτησαν οι καταφανώς ψευδόμενοι, ενώπιον των αρμόδιων κοινοβουλευτικών αρχών και της κοινής γνώμης, πολιτικοί παράγοντες, δικαστικοί και διοικητικά στελέχη, που επικαλούνταν το δήθεν «απόρρητο» επί παντός του επιστητού, εφόσον θα οδηγούσε στην αλήθεια;
- Πόσο υπερήφανοι συνεχίζουν να νιώθουν και τι ανταλλάγματα προσφέρθηκαν για την πολύμηνη σιωπή και συγκάλυψη που επέβαλε στην κοινή γνώμη μια μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ στη διερεύνηση και προβολή αυτής της συγκλονιστικής υπόθεσης;
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η Πέτη Πέρκα, επεσήμανε ότι «το Μέγαρο Μαξίμου, που είναι ο ελεγχόμενος σε αυτή την υπόθεση – δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τον ισχυρισμό περί «ανεξαρτησίας» της δικαιοσύνης. Η απόφαση του ανώτατου Εισαγγελέα είναι αποτέλεσμα πολιτικής παραγγελίας της εκτελεστικής εξουσίας. Φαίνεται πως ο δημόσιος εκβιασμός του έφεδρου ισραηλινού αξιωματικού του IDF πέτυχε τον σκοπό του». Τέλος, ανακοίνωσε στην Ολομέλεια ότι η Νέα Αριστερά «δεν μπορεί να νομιμοποιήσει το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και την θεσμική εκτροπή. Γι΄ αυτό θα αποχωρήσουμε».
Ολόκληρη η ομιλία: https://www.youtube.com/watch?v=_zliOGuiEBw


