Όταν η αδιαφορία σκοτώνει

Το βρήκαμε χτυπημένο στον δρόμο, ανήμπορο, τρομαγμένο, να παλεύει να αναπνεύσει. Είμασταν δύο φοιτήτριες και μία κυρία και εκείνη τη στιγμή κάναμε το μόνο πράγμα που πιστεύαμε ότι θα έκανε κάθε άνθρωπος: προσπαθήσαμε να βρούμε βοήθεια.

Όμως η βοήθεια δεν ήρθε από πουθενά.

Παίρναμε απανωτά τηλέφωνα σε φιλοζωικές και κτηνιάτρους, όπου λόγω της ώρας (2:30 το μεσημέρι) ήταν όλοι κλειστοί. Κατανοώ το γεγονός να μην θέλει κάποιος να δουλέψει εκτός του ωραρίου του, όμως έπρεπε να υπάρχει ένα τηλέφωνο έκτακτης ανάγκης γιατί μιλάμε για μια ζωή. Ένας ιατρός πρέπει να σκέφτεται πέρα από αυτό, διότι και οι κτηνίατροι γιατροί είναι και εμείς ήμασταν διαθέσιμες να πληρώσουμε από την τσέπη μας την περίθαλψη της γατούλας.

Ο δήμος για άλλη μια φορά βγάζει την ουρά του εκτός από θέματα που αφορούν τον ίδιο τον δήμο. Τότε συνειδητοποίησα  ότι δεν υπήρχε ούτε ένας κτηνίατρος ανοιχτός και καμία φιλοζωική οργάνωση να καλέσω. Κανένα τηλέφωνο ανάγκης. Καμία δομή. Τίποτα. Μόνο εμείς, ένα τραυματισμένο ζώο και η αίσθηση της απόλυτης εγκατάλειψης.

Βρήκαμε ένα χαρτόκουτο και το βάλαμε μέσα. Ήταν ακόμα ζωντανό παρά την ώρα που πέρασε μέχρι να βρούμε κάποιο τηλέφωνο. Από έναν γνωστό έμαθα το τηλέφωνο μιας εθελόντριας και μου είπε να της πάω το γατάκι στο σπίτι της. Κρατούσα ένα πλάσμα που υπέφερε και ήξερα ότι αν ζούσαμε σε μια πόλη που σεβόταν τη ζωή, ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς. Αν υπήρχε έστω ένας εφημερεύων κτηνίατρος. Αν υπήρχε ένας μηχανισμός για έκτακτα περιστατικά ζώων. Αν η λέξη «φιλοζωία» δεν έμενε μόνο στα λόγια. Μπήκαμε στο αμάξι και όσο κρατούσα την γάτα , η καημένη έβηχε και άρχισε να μην κουνιέται άλλο. Μόλις φτάσαμε και της παρέδωσα το γατάκι ήταν σχεδόν νεκρό. Ξεψυχούσε σιγά σιγά. 

Το γατάκι πέθανε. Και μαζί του πέθανε και η ψευδαίσθηση ότι “κάτι θα γίνει”. Δεν έγινε τίποτα. Μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευα ότι κάτι θα γινόταν, όμως η κυρία δεν ήταν γιατρός, εθελόντρια ήταν. Δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτα, δεν είχαμε τα μέσα να κάνουμε τίποτα. Μόνο την θέληση να βοηθήσουμε που μάλλον δεν ήταν αρκετή.  

Θέλω να τονίσω το γεγονός, πως παρόλο που η γάτα ήταν βαριά τραυματισμένη, έμεινε ζωντανή για τουλάχιστον 40 λεπτά που την βρήκαμε και όλοι αξίζουν το δικαίωμα της περίθαλψης. Ακόμα και αν δεν είχε πολλές πιθανότητες είναι αδιανόητο να μην υπάρχει κάποιος να απευθυνθούμε. 

Αυτό το κείμενο δεν γράφεται για να κατηγορήσει έναν άνθρωπο. Γράφεται για να δείξει ένα κενό. Ένα κενό ευθύνης από τον δήμο, από τις υπηρεσίες, από ένα σύστημα που αφήνει τα πιο αδύναμα πλάσματα να πεθαίνουν αβοήθητα στον δρόμο. 

Γιατί αύριο μπορεί να είναι άλλο ένα γατάκι. Ένα σκυλί. Και μεθαύριο κάτι ακόμα πιο τραγικό. Ο πολιτισμός μιας κοινωνίας φαίνεται από το πώς φέρεται σε όσους δεν μπορούν να ζητήσουν βοήθεια. 

Αυτό το γατάκι δεν είχε φωνή. Εμείς όμως έχουμε. 

 

Διονυσιάδου Μαρία

Φοιτήτρια