Τότε
Με λένε Γιάννη και πάω δημοτικό στη Φλώρινα. Έχει χιόνι. Πολύ χιόνι. Από τον Νοέμβρη μέχρι την άνοιξη.
Το πρωί φοράω δύο ζευγάρια κάλτσες. Η μαμά φωνάζει να βιαστώ γιατί θα χτυπήσει το κουδούνι. Βγαίνω έξω και το χιόνι φτάνει μέχρι το γόνατο. Γλιστράω. Γελάω. Ο φίλος μου με πετυχαίνει με μια χιονόμπαλα. Ανταποδίδω.
Το σχολείο είναι ανοιχτό. Πάντα είναι, εκτός αν κλείσουν οι δρόμοι.
Κανείς δεν το συζητάει. Έτσι είναι ο χειμώνας.
Στην αυλή τα χέρια παγώνουν, αλλά δεν μας νοιάζει. Το καλοριφέρ μέσα καίει. Οι μπότες στεγνώνουν πάνω στα σώματα. Το διάλειμμα μυρίζει βρεγμένο μπουφάν και κιμωλία.
Δεν σκέφτομαι αν είναι επικίνδυνα.
Δεν σκέφτομαι αν «έπρεπε».
Ζω.
Τώρα
Με λένε Νίκο και πάω στο ίδιο σχολείο.
Το πρωί δεν ξύπνησα από ξυπνητήρι, αλλά από το κινητό της μαμάς.
«Κλειστά τα σχολεία», είπε ο δήμος.
Σήμερα έριξε λίγο χιόνι. Κόλλησα στο τζάμι να χαζέψω τις νυφάδες, παχιές, να στρώνουν ένα πουπουλένιο λευκό στρώμα στην άσφαλτο. Δεν το βλέπουμε συχνά.
Η μαμά δουλεύει. Είναι μόνη της. Μιλάει χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο. Λέει “δεν ξέρω τι θα κάνω”. Εγώ κάθομαι στον καναπέ.
Πόσο θα ‘θελα να κάνω αγγελάκια στο λευκό αφράτο αυτό στρώμα, πριν προλάβει να λιώσει. Αλλά δε γίνεται.
Η μαμά αγχώνεται.
Εγώ ανοίγω το τάμπλετ.
Το σχολείο είναι κλειστό «για λόγους ασφάλειας».
Δεν ξέρω από τι ακριβώς με προστατεύουν.
Δεν παίζω.
Δεν γελάω.
Κολλάω στην οθόνη προσπαθώντας να μιλήσω με τους συμμαθητές μου.
Σε ένα παράλληλο σύμπαν
Με λένε Μάριο και ζω σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Σήμερα χιόνισε λίγο και το σχολείο έκλεισε.
Όχι επειδή κανείς φοβήθηκε, αλλά επειδή έτσι έπρεπε.
Η μαμά πήρε άδεια ειδικού σκοπού. Δεν αγχώθηκε. Δεν απολογήθηκε σε κανέναν. Ο δήμος είχε καθαρίσει τους δρόμους, αλλά είπε: σήμερα είναι μέρα για παιδιά.
Βγήκαμε έξω.
Το χιόνι είναι λίγο πια και δεν κρατάει όπως παλιά.
Το ξέρουμε και γι΄ αυτό το χαίρομαστε.
Φτιάξαμε έναν μικρό χιονάνθρωπο. Τα χέρια μου πάγωσαν. Τα μάγουλά μου κοκκίνισαν. Γυρίσαμε σπίτι κουρασμένοι και χαρούμενοι. Η μαμά μου έπαιζε κι αυτή σαν μικρό παιδί.
Αύριο το σχολείο θα είναι ανοιχτό.
Κανονικά.
Σοβαρά.
Όπως πρέπει.
Και τα τρία παιδιά είμαστε το ίδιο
Μόνο που ζούμε σε παράλληλα σύμπαντα.
Σε εκείνο που άντεχε.
Σε εκείνο που κλείνει εύκολα.
Και σε εκείνο που θα μπορούσε να υπάρχει, αν κάποιος αναλάμβανε την ευθύνη αντί να τη μεταφέρει.
Το χιόνι δεν άλλαξε τόσο πολύ.
Εμείς αλλάξαμε.
Και κάπου ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, ξεχάσαμε ότι το σχολείο δεν είναι διακόπτης. Είναι θεσμός.
Το ερώτημα δεν είναι αν αγαπάμε τα παιδιά μας.
Το ερώτημα είναι αν έχουμε φτιάξει θεσμούς που να αντέχουν έναν χειμώνα, έστω κι αν πια χιονίζει λιγότερο.
Χριστοπούλου Ελευθερία




