Μαθητικές παρελάσεις: υπερηφάνεια ή καθρέφτης μιας σιωπηλής ερήμωσης;

Κάθε χρόνο, στις εθνικές επετείους, η ίδια εικόνα επαναλαμβάνεται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Στις πόλεις, οι μαθητικές παρελάσεις διατηρούν ακόμη τον παλμό τους· στοίχιση, ρυθμός, πλήθος, χειροκροτήματα. Στην ύπαιθρο όμως, στα μικρά χωριά και στα απομακρυσμένα νησιά, η εικόνα είναι διαφορετική. Συχνά σκληρή. Σχεδόν σιωπηλή.
Ένας δάσκαλος. Δύο ή τρία παιδιά. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα και μόνο παιδί να παρελαύνει, κρατώντας μια σημαία που μοιάζει μεγαλύτερη από το ίδιο του το σώμα. Και γύρω, λίγοι κάτοικοι, συγκινημένοι, να χειροκροτούν με καμάρι.
Και ίσως, για πολλούς, η εικόνα ενός δασκάλου που μισθοδοτείται για να διδάξει ένα μόνο παιδί σε απομακρυσμένο χωριό φαντάζει υπερβολική ή ασύμφορη. Ως οικονομολόγος, ξέρω ότι η πολιτική και η οικονομία συχνά εξετάζουν αριθμούς και κόστη. Και όμως, μέσα σε αυτή την «ασυμμετρία», κρύβεται η αξία του σεβασμού προς κάθε παιδί και η αλήθεια ότι η αγάπη για τον τόπο δεν μετριέται με αριθμούς, αλλά με τη συνέπεια και την αφοσίωση.
Αλλά αλήθεια , τι ακριβώς καμαρώνουμε;
Καμαρώνουμε για την επιμονή; Για την επιβίωση ενός θεσμού; Ή μήπως, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, χειροκροτούμε την ίδια την παρακμή; Μήπως αυτή η εικόνα δεν είναι σύμβολο ζωντάνιας, αλλά ένας καθρέφτης μιας βαθιάς ερήμωσης που επιλέγουμε να μην κοιτάξουμε κατάματα;
Το ερώτημα δεν είναι απλό. Και ίσως γι’ αυτό αποφεύγουμε να το θέσουμε.
Η εικόνα του μοναχικού παιδιού στην παρέλαση δεν είναι απλώς συγκινητική. Είναι πρωτίστως θλιβερή. Είναι μια σιωπηλή κραυγή για μια Ελλάδα που αδειάζει. Για χωριά που σβήνουν. Για κοινότητες που κάποτε έσφυζαν από ζωή και τώρα επιβιώνουν μέσα από αναμνήσεις, καλοκαιρινές επιστροφές και νοσταλγία.
Πώς φτάσαμε εδώ;
Οι αιτίες είναι πολλές, αλλά δύο ξεχωρίζουν.
Αφενός, η πολιτεία. Δεν είναι σαφές αν ποτέ υπήρξε μια συνεκτική, μακροπρόθεσμη στρατηγική για τη βιώσιμη κατοίκηση της υπαίθρου. Υποδομές, υγεία, εκπαίδευση, εργασία, όλα παραμένουν ζητούμενα σε πολλές περιοχές. Δεν μπορείς να ζητάς από έναν νέο άνθρωπο να μείνει σε έναν τόπο όταν δεν του προσφέρεις τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για να ζήσει με αξιοπρέπεια.
Αφετέρου, όμως, υπάρχει και η δική μας ευθύνη. Η βαθιά ριζωμένη κουλτούρα της αστυφιλίας. Η σχεδόν αυτονόητη επιλογή να φύγουμε, να εγκατασταθούμε στα αστικά κέντρα, να δημιουργήσουμε εκεί τη ζωή μας, και να αφήσουμε πίσω τον τόπο μας ως έναν τόπο αναφοράς, αλλά όχι παρουσίας.
Και ίσως το πιο οξύμωρο είναι αυτό: πολλοί από εμάς, με κόπο, θυσίες και χρόνια δουλειάς, καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα «κομπόδεμα». Ένα κεφάλαιο ζωής. Και αντί αυτό να επιστρέψει, έστω εν μέρει, στον τόπο που μας γέννησε, το επενδύσαμε σχεδόν αποκλειστικά στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Έτσι, χωρίς να το συνειδητοποιούμε πλήρως, γίναμε συμμέτοχοι σε μια διαδικασία αποψίλωσης. Δεν δημιουργήσαμε κίνητρα για να επιστρέψει η ζωή πίσω. Δεν στηρίξαμε τις τοπικές οικονομίες όσο θα μπορούσαμε. Δεν επενδύσαμε στο μέλλον των χωριών μας.
Μέσα σε αυτό το ήδη δύσκολο τοπίο, υπάρχει και ένα πιο λεπτό, σχεδόν άβολο ερώτημα που σπάνια τολμάμε να θέσουμε. Σε έναν τόπο που αδειάζει, ποιοι θεωρούνται τελικά «δικοί μας»;
Με ευκολία ανοίγουμε την αγκαλιά μας σε ανθρώπους που έρχονται από μακριά, όταν αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες,  και σωστά πράττουμε. Όμως την ίδια στιγμή, συχνά δυσκολευόμαστε να συμφιλιωθούμε με ανθρώπους που γεννήθηκαν από αυτόν τον τόπο, που οι οικογένειές τους ρίζωσαν εδώ για γενιές, αλλά κουβαλούν διαφορετικές μνήμες, γλώσσες ή τραύματα της ιστορίας.
Τι φοβόμαστε, τελικά;
Την ιστορία; Ή τον εαυτό μας μέσα σε αυτήν;
Γιατί αν ένας τόπος δεν μπορεί να αγκαλιάσει τα ίδια του τα παιδιά,  ανθρώπους που βρέθηκαν σε αντίπαλες πλευρές χωρίς πάντα να έχουν πραγματική επιλογή, μέσα σε συνθήκες που τους ξεπερνούσαν,  τότε πώς μπορεί να ελπίζει σε μέλλον;
Γιατί ένας τόπος που αδειάζει δεν έχει την πολυτέλεια να διχάζεται.
Και εδώ, ίσως αξίζει και μια προσωπική κατάθεση.
Έφυγα από τον τόπο μου νέος, για σπουδές. Όπως τόσοι άλλοι. Και τελικά ρίζωσα αλλού. Όμως ποτέ δεν έπαψα να νιώθω, κατά κάποιον τρόπο, «μετανάστης» μέσα στην ίδια μου τη χώρα. Ίσως γι’ αυτό, όταν πριν από περίπου 25 χρόνια μου δόθηκε η δυνατότητα, μαζί με τον αδελφό μου επενδύσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε στον τόπο καταγωγής μας. Δημιουργήσαμε κάτι εκεί που γεννηθήκαμε εκεί που περάσαμε τα δύσκολα αλλά αθώα παιδικά μας χρόνια.
Δεν ήταν εύκολο. Αντί για στήριξη, συχνά βρήκαμε και βρίσκουμε εμπόδια. Δυσκολίες, καχυποψία, μικρότητες που δεν βοηθούν έναν τόπο να προχωρήσει.
Και όμως,  για εμάς, αυτή η επιλογή δεν ήταν απλώς μια επένδυση. Ήταν πράξη ευθύνης. Πράξη επιστροφής. Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε μεγάλες λέξεις, ήταν μια πράξη πατριωτισμού , όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη.
Και ίσως τώρα, όσο περνούν τα χρόνια, αυτή η ανάγκη γίνεται ακόμη πιο καθαρή μέσα μου. Όχι ως μια παρορμητική επιστροφή, αλλά ως μια εσωτερική κατεύθυνση. Σαν μια ήσυχη υπενθύμιση ότι ο καθένας μας, αργά ή γρήγορα, καλείται να λογοδοτήσει στον τόπο που τον γέννησε.
Γιατί τελικά, ο τόπος δεν σώζεται από αυτούς που τον θυμούνται. Σώζεται από αυτούς που, με τον τρόπο τους, επιλέγουν να σταθούν δίπλα του.
Και αυτή είναι ίσως η ουσία.
Η αγάπη για τον τόπο δεν είναι σύνθημα. Δεν είναι επίδειξη. Δεν είναι στιγμιαία συγκίνηση. Είναι στάση ζωής.
Κρίνεται στις επιλογές μας. Στο πού επενδύουμε. Στο πού επιστρέφουμε, έστω και λίγο. Στο αν χτίζουμε ή απλώς θυμόμαστε.
Και σίγουρα δεν αποδεικνύεται με κούφια εθνικιστικά λόγια, αλλά με έργα, με πράξεις, με συνέπεια.
Και εδώ επιστρέφουμε στην αρχική εικόνα.
Το παιδί που παρελαύνει μόνο του δεν είναι απλώς ένα σύμβολο εθνικής συνέχειας. 

Είναι ένα ερώτημα. 

Ένα κάλεσμα. 

Μια πρόκληση προς όλους μας.
Θα συνεχίσουμε να χειροκροτούμε την εικόνα, αποφεύγοντας να δούμε την πραγματικότητα πίσω από αυτήν;


Ή θα τολμήσουμε να προβληματιστούμε , πραγματικά;
Ο τόπος μας μπορεί να προκόψει. 

Όχι μέσα από εύκολες κορώνες. 

Όχι μέσα από επιφανειακές εκδηλώσεις πατριωτισμού. 

Και σίγουρα όχι μέσα από εθνικιστικές εξάρσεις που διχάζουν αντί να ενώνουν.
Μπορεί να προκόψει μόνο αν ο καθένας από εμάς αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί.
Με έργα. 

Με πράξεις. 

Με στάση ζωής.
Και ίσως τότε, κάποια στιγμή, οι παρελάσεις στα χωριά μας να πάψουν να είναι μια σιωπηλή υπενθύμιση απουσίας και να ξαναγίνουν γιορτή ζωής.

με τιμή αλλά και προβληματισμό
Στράτος Θ. Βασιλόπουλος (1)

(1) Ο Στράτος Βασιλόπουλος 

  • Συνταξιούχος Οικονομολόγος – Σύμβουλος Επιχειρήσεων
  • Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Ξενοδόχων Φλώρινας
  • Αντιπρόεδρος Ινστιτούτου Βιώσιμης Ανάπτυξης Πρεσπών
  • Ιδρυτής & πρώην Πρόεδρος Ένωσης Τουριστικών και Συναφών Δραστηριοτήτων Δήμου Πρεσπών
  • Συνιδιοκτήτης Prespa Resort / Villa Πλατύθεα, www.presparesort.gr