ΔΕΣΦΑ: Εγκαινιάστηκε ο Αγωγός Φυσικού Αερίου προς τη Δυτική Μακεδονία

Πτολεμαϊδα 26 Μαϊου 2026. Ο ΔΕΣΦΑ εγκαινίασε τον Αγωγό Φυσικού Αερίου Υψηλής Πίεσης προς τη Δυτική Μακεδονία, ένα εμβληματικό έργο στρατηγικής σημασίας που σηματοδοτεί μια νέα εποχή για την ανάπτυξη και την ενεργειακή μετάβαση μιας περιοχής με μακρά ενεργειακή ιστορία.

Η τελετή πραγματοποιήθηκε στην Πτολεμαΐδα, παρουσία της Γενικής Γραμματέα Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Δέσποινας Παληαρούτα, του Περιφερειάρχη Δυτικής Μακεδονίας, Γιώργου Αμανατίδη, καθώς και εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης και φορέων, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του έργου για την εθνική και περιφερειακή οικονομία. Πρόκειται για μια επένδυση που ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και επεκτείνει σημαντικά το Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου σε νέες περιοχές.

Με συνολικό μήκος περίπου 157 χιλιόμετρα, ο αγωγός εκτείνεται από τα Τρίκαλα Ημαθίας έως την ευρύτερη περιοχή της Πτολεμαΐδας, ενώ μέσω κλάδων διασυνδέει κομβικές περιοχές της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Για πρώτη φορά, πόλεις όπως η Έδεσσα, η Σκύδρα, η Φλώρινα, η Νάουσα και η Βέροια αποκτούν πρόσβαση στο φυσικό αέριο, διευρύνοντας τις ενεργειακές επιλογές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και ενισχύοντας την αναπτυξιακή δυναμική της περιοχής. Συνολικά, η επέκταση του δικτύου δίνει ώθηση σε ένα ευρύ φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και δημιουργεί προϋποθέσεις για νέες επενδύσεις και θέσεις εργασίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο καινοτόμος σχεδιασμός του αγωγού, καθώς αποτελεί τον πρώτο στην Ελλάδα και έναν από τους πρώτους στην Ευρώπη που είναι συμβατός με τη μεταφορά έως και 100% υδρογόνου. Η δυνατότητα αυτή τον καθιστά πλήρως ευθυγραμμισμένο με τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς στόχους απανθρακοποίησης, ενισχύοντας παράλληλα τον ρόλο της Δυτικής Μακεδονίας στην ενεργειακή μετάβαση και δημιουργώντας τις βάσεις για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος υδρογόνου.

Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανήλθε σε 185,9 εκατ. ευρώ, με σημαντική συγχρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2021–2027 και δανειακή στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (NextGenerationEU).

Κομβικό ρόλο στο έργο θα διαδραματίζει και ο Μετρητικός Σταθμός Καρδιάς, ο οποίος θα εξασφαλίζει την τροφοδότηση των υποδομών τηλεθέρμανσης για τις πόλεις της Κοζάνης, της Πτολεμαΐδας και του Αμυνταίου, συμβάλλοντας άμεσα τόσο στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους πολίτες όσο και στον περιορισμό των εκπομπών ρύπων. Συνολικά, οι σύγχρονες συνοδές υποδομές του έργου, όπως οι μετρητικοί σταθμοί και τα βανοστάσια, διασφαλίζουν την ασφαλή, αξιόπιστη και μελλοντικά επεκτάσιμη λειτουργία του δικτύου, προκειμένου να υποστηρίξει αποτελεσματικά άλλες επενδύσεις στην περιοχή.

Η κατασκευή υλοποιήθηκε με υψηλά πρότυπα ασφάλειας και περιβαλλοντικής διαχείρισης, με έμφαση στην αποκατάσταση του περιβάλλοντος και στη στενή συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες. Παράλληλα, κατά την εκτέλεση των εργασιών εντοπίστηκε σημαντικός αριθμός αρχαιολογικών ευρημάτων, τα οποία διαχειρίστηκαν σε αγαστή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, διασφαλίζοντας την προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής και ενισχύοντας το συνολικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα του έργου.

Σε δήλωσή της, η CEO του ΔΕΣΦΑ, Maria Sferruzza, υπογράμμισε: «Ο Αγωγός Φυσικού Αερίου προς τη Δυτική Μακεδονία αποτελεί ένα έργο-ορόσημο για τον ενεργειακό μετασχηματισμό της χώρας. Επεκτείνει και ενδυναμώνει σημαντικά το Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου φέρνοντας το φυσικό αέριο σε νέες περιοχές, ενισχύοντας την ασφάλεια εφοδιασμού, και δημιουργώντας νέες, βιώσιμες προοπτικές ανάπτυξης για τις τοπικές κοινωνίες και την οικονομία. Πρόκειται για μια υποδομή με ελάχιστο οπτικό αποτύπωμα που δεν απαντά μόνο στις ανάγκες του σήμερα, αλλά ανοίγει τον δρόμο για την επόμενη ημέρα της ενέργειας, μέσα από την ετοιμότητα του να μεταφέρει υδρογόνο. Με τη Δυτική Μακεδονία στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης, ο ΔΕΣΦΑ επενδύει σε λύσεις που δημιουργούν απτά οφέλη για τους πολίτες, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και στηρίζουν τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα».