Κήρυγμα Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας Κυριακής του Ασώτου (8 Φεβρουαρίου 2026)

(Λουκ. ιε΄ 11–32)

«Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου».

Ήδη από την περασμένη Κυριακή, αδελφοί μου, εισήλθαμε στην κατανυκτική λειτουργική περίοδο του Τριωδίου, και η Εκκλησία τις τρεις πρώτες Κυριακές του μας προετοιμάζει πνευματικά προβάλλοντας τις τρεις θεμελιώδεις αρετές της πνευματικής ζωής. Την περασμένη Κυριακή, μέσα από την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, τονίστηκε η ταπείνωση. Σήμερα, με την παραβολή του ασώτου υιού, τονίζεται η σημασία της μετάνοιας, ενώ την ερχόμενη Κυριακή με την παραβολή της Κρίσεως θα μας θυμίσει το μεγαλείο της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Ταπείνωση, μετάνοια και αγάπη είναι τα στοιχεία της αληθινής εν Χριστώ ζωής, τα οποία είναι αλληλένδετα και πρέπει να υπάρχουν στις ζωές όλων μας.

Την παραβολή του ασώτου είπε ο Κύριος για τους Φαρισαίους της εποχής του, είπε όμως περισσότερο για μας που ίσως να αναρωτιόμαστε: Ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο άσωτος υιός; Υπήρξε πράγματι κάποτε και πότε ζούσε;

Οι απαντήσεις είναι σαφείς: Υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει ο άσωτος, καθώς είμαστε όλοι εμείς που αμαρτάνοντας εγκαταλείπουμε τον οίκο του Πατέρα μας, την κατάσταση της Θείας Χάριτός του.

Κάποιος πατέρας είχε δυο γιούς και ο μικρότερος του ζήτησε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε. Και εκείνος αδιαμαρτύρητα τους μοίρασε την περιουσία του. Πατέρας είναι ο Θεός και εμείς τα παιδιά του. Ως περιουσία λογίζονται τα διάφορα χαρίσματα, ψυχικά και σωματικά τα οποία στολίζουν τον άνθρωπο μαζί με τη Χάρη του αγίου Πνεύματος την οποία αποκτήσαμε με το άγιο Βάπτισμα και τροφοδοτούμε με τα άλλα Μυστήρια της Εκκλησίας μας. Εκείνο που χρειάζεται είναι να ζούμε στο σπίτι του πατέρα, δηλαδή μέσα στην Εκκλησία, για να αξιωθούμε να γίνουμε κληρονόμοι των αγαθών του, της ουράνιας βασιλείας του.

Ύστερα από λίγες ημέρες ο νεότερος γιος τα μάζεψε όλα και έφυγε σε χώρα μακρινή, όπου σκόρπισε την περιουσία του, κάνοντας αμαρτωλή ζωή. Αργότερα, καθώς στερούνταν και τα βασικά αναγκάστηκε να γίνει χοιροβοσκός, αλλά και εκεί δεν του έδιναν ούτε από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι.

Πρέπει να καταλάβουμε πως με τις αμαρτίες μας φεύγουμε από τον Θεό, και τα χαρίσματα που πήραμε από αυτόν τα σπαταλάμε στις πρόσκαιρες ηδονές, στις ικανοποιήσεις των παθών, που τα βασικά τους είναι η φιληδονία, η φιλαργυρία και η φιλοδοξία. Όμως η ζωή της αμαρτίας, ενώ στην αρχή είναι γλυκιά,  δεν αργεί να καταντήσει πικρή. Την ηδονή της αμαρτίας τη διαδέχεται πάντα η οδύνη, ο πόνος. Τότε ο άνθρωπος προσπαθεί τον πόνο αυτό να τον γλυκάνει με νέα ηδονή, η οποία φέρνει νέα οδύνη και έτσι αλυσιδωτά έχουμε την πείνα την πνευματική που οδηγεί στο θάνατο τον πνευματικό.

Τι πρέπει όμως να γίνει; Μας το υποδεικνύει ο άσωτος που ήλθε «είς εαυτόν», συνήλθε και είπε, οι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί και εγώ πεθαίνω από την πείνα. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου». Θα σηκωθώ και θα γυρίσω στον πατέρα μου.

Τα βήματα της μετανοίας που πρέπει να ακολουθηθούν κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας είναι τα εξής:

Πρώτον, να συνειδητοποιήσουμε την ταλαιπωρία στην οποία μας οδηγεί η αμαρτία. Πολλές φορές ο άνθρωπος, ενώ αμαρτάνει δεν το καταλαβαίνει, ή ακόμη χειρότερα, δικαιολογεί την αμαρτία και τη θεωρεί σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό.

Δεύτερο βήμα, να πονέσουμε για την αμαρτία, καθώς για να έχουμε πραγματική και βαθιά μετάνοια χρειάζονται κόπος, πόνος, δάκρυα, χρειάζεται να κλάψουμε για τις αμαρτίες μας.

Τρίτο, αφού μισήσουμε την αμαρτία να επιστρέψουμε στη θεϊκή αγκαλιά. Να στρέψουμε το νου μας, την επιθυμία μας σ’ αυτόν με την συνεχή προσευχή, και να αγωνιζόμαστε να αποκτήσουμε μόνο αυτόν.

Τέταρτον, να ομολογήσουμε με ταπείνωση όχι μόνο μέσα μας αλλά και ενώπιον Πνευματικού τις αμαρτίες μας. “Πάτερ, ήμαρτον είς τον ουρανόν και ενώπιόν σου». Αμάρτησα και δεν είμαι άξιος να καλούμαι γιος σου. Αυτό θα γίνει με το Μυστήριο της Εξομολόγησης. Και ο Θεός που είναι Πατέρας μας είναι πάντα έτοιμος να μας δεχθεί και να μας χαρίσει «την στολήν την πρώτην», τη στολή της Θείας χάριτός του, «τον μόσχον τον σιτευτόν» την χαρά της Βασιλείας του.

Το όλο ζήτημα τελικά δεν επικεντρώνεται στον Θεό αλλά σε μας. Το πρόβλημα είναι αν εμείς θα μετανοήσουμε. Αν εμείς θα γυρίσουμε πραγματικά κοντά του όπως βλέπουμε στη ζωή πολλών αγίων της Εκκλησίας μας. Και το συμαντικότερο, αν θα συνειδητοποιήσουμε πως όσο μεγάλες κι αν είναι οι αμαρτίες μας, στα μάτια του Θεού μοιάζουν σαν μια χούφτα άμμου στον ωκεανό.

Τελειώνοντας, πρέπει να αναφερθούμε και στον μεγάλο γιο ο οποίος ζούσε μεν κοντά στον πατέρα, τηρούσε τις εντολές του, αλλά με ένα τρόπο τυπικό. Δεν έκανε αμαρτίες αλλά φαίνεται πως δεν είχε την βασική αρετή της αγάπης. Από τη συμπεριφορά που έδειξε απέναντι στον αδελφό του φάνηκε ότι είχε υπερηφάνεια και έλλειψη αγάπης που συνοδευόταν με ζήλεια. Η συμπεριφορά του ήταν ίδια με των Φαρισαίων, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους άξιους των ευλογιών του Θεού, τους αμαρτωλούς δε τους έβλεπαν χωρίς συμπάθεια και δεν μπορούσαν καν να φανταστούν τα αποτελέσματα της μετανοίας. Άσωτος τελικά δεν ήταν μόνο ο μικρός γιος αλλά και ο μεγάλος. Και ο μεν νεότερος, «νεκρός ήν και ανέζησε», μετανόησε, επέστρεψε και σώθηκε. Ο άλλος δεν ξέρομε τι τελικά απέγινε, πιθανώς, εμμένοντας στην ζήλεια  του να έμεινε έξω από το πανηγύρι, έξω από τη σωτηρία.

Όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Θα σωθούμε εάν δεν αυτοδικαιωθούμε, αλλά θα συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας, θα μετανοήσουμε και θα επιστρέψουμε στον φιλεύσπλαχνο Πατέρα, που είναι έτοιμος να μας δεχθεί και να μας δώσει τα αγαθά του, την ίδια τη Βασιλεία του. Διότι όπως λέει ο Άγιος Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως, «…πρώτος μας αγάπησε αυτός ο Κύριος…και ατιμάστηκε για εμάς και ραπίστηκε και Σταυρώθηκε και στους νεκρούς λογίστηκε. Με αυτά όλα  εξέφρασε τον ερωτά του προς εμάς».

Ποιος άραγε μπορεί να αντισταθεί σε τόση μεγάλη Θεϊκή αγάπη;