ΠΑΝΤΙ ΛΟΓΩ, ΛΟΓΟΝ ΙΣΟΝ ΑΝΤΙΚΕΙΣΘΑΙ

ΠΑΝΤΙ ΛΟΓΩ, ΛΟΓΟΝ ΙΣΟΝ ΑΝΤΙΚΕΙΣΘΑΙ

Σε κάθε επιχείρημα υπάρχει ένα ισοδύναμο τέτοιο που αντικρούει το άλλο. Η μέθοδος αυτή της σκέψης διατυπώθηκε και εφαρμόσθηκε στην αρχαιότητα από τους φιλοσόφους σκεπτικιστές που αμφισβητούσαν την αληθινή γνώση, για να κλονίσουν τους δογματικούς, ότι η αληθινή γνώση είναι εφικτή – δυνατόν να αποκτηθεί.

Δεν στοχεύουμε με το σημερινό μας δημοσίευμα να φέρουμε σύγχυση στην σκέψη των αναγνωστών, αλλά για να αποκαλύψουμε αλήθειες από την καθημερινή πραγματικότητα με παραδείγματα χειροπιαστά.

Όλοι πρώτα – πρώτα στους τηλεοπτικούς μας δέκτες – τηλεοράσεις βλέπουμε και ακούμε συχνά βουλευτές και ιδίως αρχηγούς κομμάτων, να πείθουν με γλαφυρότητα και πειστικότητα των επιχειρημάτων τους πολίτες – τηλεθεατές, για την ακρίβεια να τους μαγεύουν κυριολεκτικά με την δεινότητα των λόγων τους. Με την αντιπαράθεση των λόγων – επιχειρημάτων των ομιλητών επέρχεται μια σύγχυση – ένα μπέρδεμα για το ποιος τελικά ομιλητής έχει δίκιο και ποιος άδικο.

Η ρητορική λοιπόν είναι η τέχνη του λόγου για να πείθεις επιτυχημένα τους άλλους με έναν τρόπο αριστοτεχνικό, τόσο στην αρχαιότητα όσο και σήμερα, με άλλα λόγια να παρασύρεις με το μέρος των θέσεών σου τους άλλους ελεύθερα και αβίαστα.

Όσοι ασχολούνται με τα κοινά, δηλαδή με τα προβλήματα όλων μας στην πολιτική ζωή της καθεμιάς χώρας ξεχωριστά, βρίσκονται καθημερινά αντιμέτωποι αντίθετων – αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων που καλούνται να επιλύσουν και όχι να απέχουν ως θεατές από απόσταση μακρινή. Σε αυτήν την αντιτιθέμενη πραγματικότητα, οι πολιτικοί άνδρες μάχονται για να συμβιβάσουν – ενώσουν και να δώσουν μια μέση λύση.

Θα αναφερθώ και στην υπεράσπιση των διαδίκων στα δικαστήρια κάθε χώρας ευνομούμενης. Οι συνήγοροι – Δικηγόροι της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής, δίνουν καθημερινά μάχες δικαστικές με επιχειρηματολογίες επιπέδου και νομομάθειας αντάξιας των υποθέσεών τους. Είναι επόμενο οι τοποθετήσεις των συνηγόρων να είναι διαφορετικές και αντίθετες ως την τελική κρίση των δικαστών. Με βάση τις μαρτυρίες των δύο πλευρών εξονυχιστικά και τις αγορεύσεις των συνηγόρων, η απόφαση στο τέλος είναι αιτιολογημένη επαρκώς, βάσει της κείμενης νομοθεσίας του κράτους και είναι σεβαστή από τις δύο πλευρές. Υπάρχει πάντοτε σε κάθε πρωτόδικη απόφαση και το δικαίωμα της έφεσης σε ανώτερο δικαστήριο δευτεροβάθμιο για επανεκδίκαση. Οι πολύ έμπειροι πάντοτε δικαστές με πολυμελή σύνθεση δεν οδηγούνται σε πλάνη, όσο και αν η κάθε μία πλευρά των αντίδικων – διαδίκων προσπαθεί να «κερδίσει» την υπόθεση με όλα τα ένδικα μέσα και επιχειρήματα που διαθέτει πάντοτε.

Συμπερασματικά στις δικαστικές υποθέσεις επιτρέπεται ελεύθερα οι συνήγοροι κάθε πλευράς να θεμελιώσουν τα επιχειρήματά τους κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, για να φωτίσουν την υπόθεση όσο είναι δυνατόν περισσότερο.

Στην καθημερινή μας ζωή σε διάλογο – συζήτηση λίγων ή περισσοτέρων φίλων ή γνωστών, οι διαφορετικές απόψεις είναι δεδομένες από την αρχή και γι΄αυτό χρειάζεται αυτοσυγκράτηση όλων για να είναι γόνιμος ο διάλογος. Οι ώριμοι και έμπειροι συμμετέχοντες με διαφορετικές γνώμες, δεν είναι, ούτε πρέπει να εκλαμβάνονται από τους άλλους ως αντίπαλοι «παίκτες», αλλά ως παίκτες φιλικού παιχνιδιού για το καλό συμπέρασμα, προς όφελος όλων παραγωγικά και ας έχει αρχικά ο καθένας διαφορετική γνώμη.

Όταν ακούς μόνο τη μία πλευρά μιας υπόθεσης, μαθαίνεις τη μισή αλήθεια (Σοφοκλής).

 

ΠΕΤΡΟΣ ΠΡ. ΓΟΥΛΙΟΣ

ΦΛΩΡΙΝΑ